Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2015

La Belle et La Bête

Εικόνα
La Belle et la Bête (1946)












Christian Bérard, sketchess for sets
for Cocteau’s La Belle et La Bête, 1946 chalk and gouache on black paper










A Different Kind of Fairy Tale: The myth of Cupid and Psyche














Nickthesoulsinger



















πηγή



Για την έλευση του Λόγου

Εικόνα
Μια χτένα είναι μια άρπα  κρουσμένη απ’ τη ματιά μιας μικρούλας  βουβής εκ γενετής 

(Octavio Paz, Αντικείμενα και οπτασίες) 




Μεσάνυχτα στις Σάρδεις. 
Η Αναΐτιδα πλαγιάζει 
τριγυρισμένη μνήμες αγαλμάτων
και προσευχές ιερειών
- κελαρυστές φωνές του Ευφράτη -
Σαν τρομαγμένα πουλιά την ντύνουν με πορφύρες,
τα λυγερά χέρια φορτώνουν με λίθινα βραχιόλια σκαλιστά
και στα μαλλιά
βάζουν στεφάνι με δυο ασημένια φίδια...
Καίνε για χάρη του συντρόφου της θυμίαμα
Για ’κείνη σάνταλο και κυπαρίσσι των βουνών Τυλίγοντάς την ο καπνός,
η θεά ονειρεύεται,
ονειρεύεται η θεά
τον Περσέα...















Sardis Artemis complex







La Folle de Chaillot

Εικόνα
Christian Bérard, 1945










"La folle de Chaillot" de Giraudoux










1993 Williamstown Theatre





Set in the Cafe de l'Alma in the Chaillot district of Paris. It is said that Molière, Racine, and La Fontaine used to frequent this cafe. But these days a group of corrupt corporate executives are meeting. They include the Prospector, the President, and the Baron, and they are planning to dig up Paris to get at the oil which they believe lies beneath its streets. Their nefarious plans come to the attention of Countess Aurelia, the benignly eccentric madwoman of the title. She is an aging idealist who sees the world as happy and beautiful. But, advised by her associate, the Ragpicker, who is a bit more worldly than the Countess, she soon comes to realize that the world might well be ruined by these evil men—men who seek only wealth and power.
These people have taken over Paris. "They run everything, they corrupt everything," says the Ragpicker. Already things have gotten so bad that…

κυκλαδίτισσες Χώρες

Εικόνα

"νῦν αὖτε μέγα κρατέεις νεκύεσσιν ἐνθάδ᾽ ἐών..."

Εικόνα

Leonora Carrington, Along the needle of my heart

Εικόνα
My tastes are catholic rebellious, can alchemise the world into another strangeness more than clocks are riddled into or can dream on sensibilities of the uncanny. I am another animal drawn away by magic from tremors in the night into our intellectual powers not sexual but tribal, ancient, plumbago, ivy, sacred as hyenas of the fertile night or horses rocking into rebirth beyond the looking glass reflects reality more than the real; arcane, hermetic can be the everyday of cooking, living, knitting themselves into myths unravelling like tales of fairies seen by childish eyes of great age that close themselves to the imaged world that made me blind to busybodies, took my precious loneliness from me to see and see and lead me here along the needle in my heart with its clear thread of old blood and danger never lost to be only myself.
Leonora Carrington





Slideshow: Late Surrealist Leonora Carrington's Paintings | BLOUIN ARTINFO












dance in time

Εικόνα
dance in time ©











PoRtOkALiAa











Karolos Kouklakis










The ring of Theseus from the Acropolis of Athens, 15th c. BC










Γιάννης Σκαρίμπας, Οι τελευταίοι κονταρομάχοι του Έγριπου

Εικόνα
Το φρούριο της γέφυρας του Ευρίπου, 1835




Ως εκάθονταν, ως να έκλαιγε ήταν. Πόνο είχε η ψυχή του, ντέρτι. Ώστε ν' απόθνησκε ήταν ο πόνος του πολύς. Ώστε να πάρη των ομματιών του και να φύγη. Μακρύ φτερό να πάρη και να πάη πίσ' απ' τον ήλιο. Να μη γλέπη πλειό ήθελε, μήτε ν' ακούη πλειό.
Στριμώχτηκε ο μαύρος. Τον κόλλησαν στον τοίχο. Κι ήμπε στην πάντα, πάει. Αδρασκελιά τν' αδρασκελιά πισοπατώντας ­ σα θερίο που μάχονταν ­ παράδωκε αυτός το Γριπονήσι. Στραπατσαρισμένος διάβη το γιοφύρι. Νικημένος.
Κάτω τ' άρματα. Που θα πη, όξω αυτός με το σαντούρι του, όξω η Φλώρα η πεντάμορφη, η Αντριώτισσα, η ασικλού, η παινεμένη. Αυτή η πριμαντόνα με τα γούστα. Που χόρευε πάνω στο πάλκο τσάμικο στο νύχι και βάραε τη φτέρνα με το χέρι. Που τρεμοσπάραζε εκείνους τους κόρφους της σαν κόρδα. Πώπαιζε τα ζίλια και στριφογύριζε το ντέφι στον αέρα. Τώρα αδεκεί 'ταν που να μην έσωνε. Που νάταν η 'μέρα μαύρη που γεννήθη.
Εκεί αντίπερα ­ στον άλλον όχτο τ' Έγριπου ­ όξ' απ'…